Το κακό, όπως λένε οι σοφοί παππούδες και οι γιαγιάδες μας, χρειάζεται μία φορά να γίνει. Έτσι ακριβώς, πριν από 25 χρόνια (24 Μαρτίου 1989) το τάνκερ Exxon Valdez προσέκρουσε σε ύφαλο, με αποτέλεσμα την διαρροή δεκάδων χιλιάδων τόνων πετρελαίου στις ακτές της Αλάσκας. Μία από τις σοβαρότερες καταστροφές στην ιστορία, όχι τόσο λόγω της ποσότητας όσο του εξαιρετικά ευαίσθητου οικοσυστήματος που επλήγη.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, οι επιπτώσεις της τραγωδίας είναι ακόμα αισθητές για την τοπική κοινωνία. Περισσότερο τραγικό όμως είναι το γεγονός ότι ακόμα δεν έχουμε καταλάβει το μάθημα του Exxon Valdez: το πετρέλαιο μπορεί κυριολεκτικά να εξοντώσει όποιον εξαρτάται από αυτό. Ειδικά για την Ελλάδα, μία κατεξοχήν τουριστική χώρα, η έρευνα και εξόρυξη (πιθανών) κοιτασμάτων υδρογονανθράκων κρύβει τρομακτικούς κινδύνους. Όχι μόνο για το μέλλον των τοπικών κοινωνιών (Δυτική Στερεά και Πελοπόννησος, νησιά του Ιουνίου και Κρήτη), αλλά για το μέλλον όλων μας.

Με αφορμή την θλιβερή επέτειο του Exxon Valdez, ας θυμηθούμε κάποια πράγματα για τους κινδύνους από το πετρέλαιο τους οποίους, πολλοί στην Ελλάδα, θέλουν να ξεχάσουμε:

  1. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ‘καθαρισμός πετρελαιοκηλίδας’. Από τη στιγμή που θα υπάρξει διαρροή, η μάχη έχει χαθεί. Η Exxon δαπάνησε 2 δις δολάρια για τον ‘καθαρισμό’ της πετρελαιοκηλίδας που διήρκεσε 4 καλοκαίρια, αλλά δεν κατάφερε να περισυλλέξει περισσότερο από το 7% της συνολικής ποσότητας πετρελαίου. Η BP για το τραγικό δυστύχημα στον Κόλπο του Μεξικού δαπάνησε 14 δις δολάρια και χρησιμοποίησε 6.500 πλοία για την αντιμετώπιση μίας πετρελαιοκηλίδας που απλώθηκε σε 170.000 τετρ. χλμ. θαλάσσιας επιφάνειας και 1.700 χιλιόμετρα ακτογραμμών. Τελικά, κατάφερε να συλλέξει μόλις το 3% του πετρελαίου.
  2. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ‘αποκατάσταση’. Αν ένα θαλάσσιο ή παράκτιο οικοσύστημα πληγεί από μία πετρελαιοκηλίδα, δεν υπάρχει τρόπος να αποκατασταθεί, όσα χρήματα και αν δαπανηθούν. Οι επιπτώσεις παραμένουν στο οικοσύστημα ακόμα και μετά από πολλά χρόνια (ή και για πάντα). Παρά τις διαβεβαιώσεις της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των πολιτικών, το ευαίσθητο οικοσύστημα που έπληξε το Exxon Valdez δεν θα επανέλθει ποτέ. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι οι πανέμορφες ακτές των νησιών πχ του Ιονίου ή της Κρήτης, πρέπει να διατρέξουν έναν τέτοιο κίνδυνο για τις επόμενες δεκαετίες;
  3. Σε περίπτωση ατυχήματος, ο τελευταίος που μπορείς να εμπιστευτείς είναι οι εκπρόσωποι της εταιρίας και της (εκάστοτε) κυβέρνησης. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι το μέγεθος και η σοβαρότητα του ατυχήματος συστηματικά υποτιμάται. Όπως αντίθετα, ότι υπερτιμώνται διαρκώς τα περιβαλλοντικά μέτρα και οι πολιτικές πρόληψης ή/και αντιμετώπισης πιθανού ατυχήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η καταστροφή του Deepwater Horizon στον Κόλπο του Μεξικού, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν η BP είχε επενδύσει σε έναν ειδικό μηχανισμό που κόστιζε 500.000 δολάρια και ο οποίος χάρη στις πιέσεις της BP, ‘δεν συνίσταται’ από την αμερικανική υπηρεσία διαχείρισης ορυκτών, ‘επειδή είναι πολύ ακριβός’. Το ίδιο διάστημα, η BP σημείωνε κέρδη τριμήνου 6 δις δολάρια και δαπανούσε 3,5 εκ. δολάρια σε lobbying.
  4. Σε περίπτωση ατυχήματος, οι νομικές διαμάχες με τη βιομηχανία πετρελαίου διαρκούν δεκαετίες. Είναι προσφιλής η τακτική της πετρελαϊκής βιομηχανίας να επιδίδεται σε ανελέητους δικαστικούς αγώνες σχεδόν σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, από τον καθορισμό των προστίμων μέχρι την τελική εκταμίευση. Είκοσι πέντε χρόνια μετά το Exxon Valdez, η Exxon ακόμα δεν έχει πληρώσει τα πρόστιμα για τις μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
  5. Και αυτό γιατί η βιομηχανία πετρελαίου έχει περιορισμένη ευθύνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι χάρη σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των εθνικών κοινοβουλίων κάθε χώρας, η πετρελαϊκή βιομηχανία δεν ευθύνεται για την αποζημίωση του συνόλου της ζημιάς σε περίπτωση ατυχήματος: το μεγαλύτερο μέρος της μεταφέρεται στους φορολογούμενους. Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε πολλά από τα έργα εξόρυξης θα κρίνονταν από την ίδια τη βιομηχανία εξαιρετικά ριψοκίνδυνα για να υλοποιηθούν, ενώ οπωσδήποτε οι προδιαγραφές ασφαλείας θα ήταν αυστηρότερες.
  6. Αυτός που γίνεται πλούσιος από την εκμετάλλευση του πετρελαίου δεν είναι η κοινωνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις η εξορυκτική δραστηριότητα συγκρούεται με τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θάλασσα (τουρισμός, αλιεία), οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις μπορεί να είναι ανυπολόγιστες. Τα έσοδα από το τουριστικό συνάλλαγμα στη χώρα μας ανέρχονται σε περισσότερα από 10 δις ευρώ ετησίως. Θέλουμε πραγματικά να θέσουμε σε κίνδυνο αυτόν τον πραγματικό και εγγυημένο ‘πλούτο’;
  7. Όπου υπάρχει πετρέλαιο δεν υπάρχει διαφάνεια και δημοκρατία. Η συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας είναι απαραίτητη για να εποπτεύει ότι η πετρελαϊκή βιομηχανία και οι δημόσιες αρχές βρίσκονται σε επιφυλακή 24 ώρες το 24ωρο, 365 ημέρες το χρόνο. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται απόλυτη διαφάνεια, πρόσβαση στην πληροφόρηση και συστήματα που επιτρέπουν τη διαρκή διαβούλευση και ενεργό συμμετοχή. Στην Ελλάδα, σε ποια ακριβώς αμφιλεγόμενη επένδυση έχει ενθαρρυνθεί η ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας; Αντίθετα, μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει επιτρέψει η βιομηχανία πετρελαίου μία τέτοιου είδους συμμετοχή. Συνήθως, η πετρελαϊκή βιομηχανία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με απολυταρχικά καθεστώτα, βρώμικα λόμπι και άμεση πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Τα χρήματα από το πετρέλαιο μπορούν να στήσουν πολιτικές καριέρες, να χρησιμοποιηθούν για δωροδοκίες, γκρίζες διαφημίσεις και να επηρεάσουν – αν δεν καθορίσουν – πολιτικές αποφάσεις.

Ποιο είναι λοιπόν το μήνυμα από το Exxon Valdez; Πρέπει να σταματήσουμε την εξάρτησή μας από το πετρέλαιο. Αν θέλουμε να προστατεύσουμε το φυσικό μας περιβάλλον και να αποτρέψουμε μία επερχόμενη κλιματική κρίση συμβάλλοντας ταυτόχρονα σε κοινωνικά δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, τότε πρέπει να κόψουμε αυτή την επικίνδυνη εξάρτηση, όχι μόνο από το πετρέλαιο αλλά από όλα τα ορυκτά καύσιμα.

Από το ατύχημα του Exxon Valdez μέχρι σήμερα, ο πλανήτης έχει αλλάξει δραματικά και κυρίως προς το χειρότερο. Είναι καιρός να κάνουμε κάτι για αυτό. 

 

Το παραπάνω κείμενο βασίστηκε σε δημοσιευμένο άρθρο του καθηγητή βιολόγου, Richard Steiner.