[Αυτή είναι μία ιστορία για την ελληνική βιομηχανία ποδοσφαίρου και την αγορά που συντηρεί, μέσα από τα μάτια ενός βλαμμένου ποδοσφαιρόφιλου. Αυτή η ιστορία είναι ένα ερωτικό μήνυμα στην καλή μου]

Είπα να κάνω την έκπληξη.

“Μωρό μου θες να δούμε το ντέρμπι μαζί  στο καφέ της γειτονιάς αντί να πάω να το δω με τα παιδιά;’ (είμαι και πολύ ρομαντικός)

‘Ναι αμέ γιατί όχι;’ απαντά. (αυτό δεν το περίμενα)

Δύο λεπτά μετά όμως: ‘Άστο μωρέ. Θα βαρεθώ γρήγορα και μετά θα σε καταπιέζω που θα σκέφτεσαι αν καταπιέζομαι, δες το με τα παιδιά καλύτερα.’  (κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνω ότι με κάνει καλά για πλάκα)

Μπορεί να έφταιγε  ότι έχει σταματήσει να ασχολείται με τον Ολυμπιακό από τότε που έπαιζαν ο Τάρλατς και ο Νάκιτς. Μπορεί να έφταιγε ότι είναι οχτώ μηνών έγκυος και ότι αναγνωρίζει αμέσως μία κακή ιδέα όταν την ακούει.

Κάπως έτσι αποφάσισα να πάω να το δω με τα παιδιά στο μαγαζί που συνηθίζουμε στους Αμπελόκηπους.

Εντάξει ζήσαμε μεγάλες στιγμές, αλλά τι τους έβρισκαν τα κορίτσια;

Εντάξει ζήσαμε μεγάλες στιγμές, αλλά τι τους έβρισκαν τα κορίτσια;

Το μαγαζί είναι από αυτά τα sports cafe που έχουν δεκαπέντε οθόνες σε κάθε γωνία και τοίχο και περιμένουν κανένα σημαντικό παιχνίδι για να μαζέψουν κόσμο, κυρίως αρσενικό, που δεν μπορεί να αναπνεύσει από την τσιγαρίλα και τον ανύπαρκτο εξαερισμό. Αυτή τη φορά ήταν ήδη γεμάτο από κόσμο και από καπνό.

‘Καλησπέρα τι θα πιεις;’ ρωτάει η Ολίβια που ομολογουμένως μου είναι πολύ συμπαθής.

‘Ένα τσάι με γάλα.’ της απαντάω. ‘Μπα, είσαι Άγγλος;’, (αστειάκι) ‘Όχι με πονάει ο λαιμός μου και θέλω κάτι ζεστό.’ της απαντάω.

Φέρνει το τσάι, αλλά όχι την απόδειξη. Της ζητάω απόδειξη για όλα τα ποτά στο τραπέζι. Μου φέρνει μόνο για το τσάι μία απόδειξη που έχει κοπεί πέντε ώρες πριν. Της το (τη) λέω και ξαναζητάω απόδειξη για όλα τα ποτά. Μου λέει ‘συγγνώμη λάθος’, την παίρνει πίσω και φέρνει μία ‘φρέσκια’. Μόνο για το τσάι όμως. Νιώθω ότι ηττήθηκα και μου σπάει τα νεύρα. Μετά βλέπω ότι μου έχει φτιάξει πράσινο τσάι με γάλα (ξέρει ότι οι Άγγλοι πίνουν τσάι με γάλα, αλλά δεν ξέρει ότι είναι μαύρο το τσάι;) Συντριβή.

Αρχίζει όμως το παιχνίδι. Καπνογόνα στο γήπεδο, τσιγαρίλα στο μαγαζί. Για άλλη μία φορά το παιχνίδι είναι τελείως μάπα και στο εικοστό λεπτό αρχίζω να αναρωτιέμαι γιατί δεν έκανα κάτι άλλο με το κυριακάτικο βράδυ μου. Το πράγμα είναι πολύ βαρετό.

Μέχρι που γίνεται κάτι συγκλονιστικό: σε μία ανύποπτη φάση ο Μπουγαΐδης βάζει αυτογκόλ στο 87′ στη ματσάρα ΑΕΚ- Πανθρακικός και όλοι αρχίζουν να τρέχουν σαν να εξαρτάται η ζωή τους από αυτό. Τελικά εξαρτώταν η ζωή τους από αυτό. Κάπου εκεί άρχισε η εξέγερση που κατέληξε σε πλιάτσικο και έδωσε το τελειωτικό χτύπημα σε μία ιστορική ομάδα που γεννήθηκε από πρόσφυγες και πεθαίνει από φασίστες.

Παρά τη γενικότερη καφρίλα του μαγαζιού, βρήκα ενθαρρυντικό ότι όλοι είχαν ψιλοξενερώσει: οι Ολυμπιακοί γιατί ήξεραν ότι η ομάδα τους έπαιξε για άλλη μία φορά χάλια. Οι Παναθηναϊκοί γιατί η ομάδα τους έχει μπλέξει με έναν επικίνδυνο άνθρωπο και οι Αεκτζήδες γιατί η ομάδα τους δεν έπεσε κατηγορία γιατί έχασε, αλλά γιατί το αποφάσισαν 500 άτομα. Πέντε λεπτά μετά το μαγαζί είχε αδειάσει.

Στο δρόμο για το σπίτι, ξεκίνησα να σκέφτομαι τι πληρώνω πραγματικά για να δω έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ελληνικού πρωταθλήματος: Τα εισιτήρια ή τη βενζίνη για να πάω στο μαγαζί και τον καφέ ή το ποτό. Τη φοροδιαφυγή του ιδιοκτήτη. Τη νικοτίνη που αναγκάζομαι να εισπνεύσω. Τις διαφημίσεις του αγώνα.  Τις υπηρεσίες χιλιάδων αστυνομικών που είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται επί ποδός. Την καταστροφή των γηπέδων. Τη διαφθορά…

Και όμως αυτό το προϊόν εγώ τόσα χρόνια επιλέγω να το αγοράζω ακριβά. Όχι άλλο.

Την επόμενη Κυριακή είναι η φιέστα. Λέω να απέχω, δεν υπάρχει λόγος.

Πέσαμε όλοι κατηγορία.

 

ΥΓ1: Είδα πολλές φωτογραφίες από γνήσιους φιλάθλους που έκλαιγαν για τον υποβιβασμό της ΑΕΚ. Κάθε εμπόδιο για καλό έχω να πω και καλή επιστροφή.

ΥΓ2: Το ραδιόφωνο στην επιστροφή είχε live τον Monsieur Minimal. Δεν είναι όλα σκατά στην Ελλάδα.

[μωρό μου σου ζητάω συγγνώμη για τις Κυριακές που προτίμησα να δω superleague και για αυτές που θα με υπομένεις από εδώ και πέρα]