Αν και έχουν περάσει έξι μήνες από την μέρα που πέθανε ο πατέρας μου, δεν νιώθω ότι έχω συνέλθει ακόμα. Σε αυτό οφείλεται το ότι γράφω πλέον σπάνια και κυρίως για θέματα ‘εργασιακής’ φύσης.

Συμπληρώθηκαν όμως 6 μήνες από τότε και μου φαίνεται σωστό να επανέλθω λέγοντας λίγα λόγια για αυτόν.

Ο πατέρας μου λοιπόν γεννήθηκε Αιγύπτιος αλλά κάπου στην πορεία έγινε Έλληνας.

Έχω νέα επομένως, Έλληνας δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Ορίστε πώς το ξέρω.

Ο πατέρας μου ήρθε παράνομα στην Ελλάδα στην αρχές της δεκαετίας του ’70 (χούντα). Νομίζω ότι ήταν περισσότερο περαστικός, παρά κάποιος που σκόπευε να περάσει την ζωή του εδώ. Στην στάση του όμως στην Ελλάδα ως ‘λαθρομετανάστης’ ελαιοχρωματιστής με πτυχίο γιατρού γνώρισε, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε Ελληνίδα, με την οποία έκανε δύο παιδιά.

Έμαθε να μιλάει και να γράφει ελληνικά, αν και συχνά ακουγόταν σαν ένας Αιγύπτιος Ντούσαν Μπάγεβιτς. Στο σπίτι δεν επέβαλε ποτέ την θρησκεία του, (εμείς στο Ραμαζάνι ξεσαλώναμε, αυτός την Μεγάλη Εβδομάδα νήστευε και την Ανάσταση ερχόταν στην εκκλησία, αν και για να είμαι δίκαιος, νομίζω ότι του άρεσε το τζέρτζελο)

Πήρε το ένα κομμάτι γης που ανήκε στην οικογένειά μου (ένα μικρό, παρατημένο χωράφι με λίγες ελιές κάπου στην Λακωνία) και το συγύρισε μέχρι που αυτό άρχισε να (ξανα)βγάζει το πιο νόστιμο λάδι. Πλήρωσε πολλά λεφτά και ‘μπήκε μέσα’ για να τα καταφέρει, αλλά ήταν περήφανος για αυτό το λάδι σαν να ήταν από το δικό του χωριό και όχι από της μητέρας μου.

Δούλεψε ως γιατρός σε ελληνικά νοσοκομεία και ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όποιον χρειαζόταν βοήθεια. Δεν χρηματίστηκε ποτέ, η οικονομική του κατάσταση το επιβεβαιώνει. Κάπου στην δεκαετία του 90 και στις αρχές της επόμενης έκανε ανοίγματα γιατί νόμισε ότι θα κάνει την καλή, όπως όλοι οι Έλληνες. Λίγο μετά προσγειώθηκε ανώμαλα (και με χρέη). Όπως όλοι οι Έλληνες.

Στο τέλος της ζωής του είχε περάσει σχεδόν τα διπλάσια χρόνια στην Ελλάδα από ό,τι στην Αίγυπτο. Ο πατέρας μου ήταν κανονικός Έλληνας, όχι μόνο στην ουσία, αλλά και τυπικά, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και το Σύνταγμα.

Δυστυχώς όμως όλα αυτά όταν έρθει η ώρα σου δεν έχουν σημασία. Στην Ελλάδα σημασία έχει τι θρησκεία έχεις, και ο πατέρας μου ήταν μουσουλμάνος και θα έπρεπε να ταφεί κάπου στην Θράκη. Η μόνη πιθανότητα να ταφεί κοντά μας , ήταν στο νεκροταφείο του Σχιστού και αυτό μόνο αν δεν υπήρχε ισλαμική τελετή και θρησκευτικά σύμβολα. Περίπου σαν το σκυλί δηλαδή.

Τους τρεις μήνες μαρτυρίου στο νοσοκομείο, ακολούθησε ένα ακόμα για να μεταφερθεί και να ταφεί στην Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκε. Η κηδεία του έγινε μία εβδομάδα μετά τον θάνατό του. Αν δεν με είχε βοηθήσει (αφιλοκερδώς) η ισλαμική κοινότητα, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει.

Απάνθρωπο και αντισυνταγματικό. Όχι μόνο για την οικογένειά μου. Για όλους τους μη χριστιανούς.

 

ΥΓ: όποιος ‘εύχεται’ ψόφο και καρκίνο ακόμα και στον πιο μισητό του εχθρό, έχει χάσει πολλά περισσότερα από αυτά που νομίζει ότι του έχουν στερήσει. Την ανθρωπιά του ας πούμε.